Την παραπομπή της δημοσιογράφου του iefimerida Σοφία Γιαννακά στο Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, με αφορμή ένα άρθρο γνώμης για τη Μαρία Καρυστιανού, σχολιάζει η δημοσιογράφος Ρέα Βιτάλη, σε άρθρο της στο Protagon, με τίτλο «ΕΣΗΕΑ και Τραμπάκουλας».
Η Ρέα Βιτάλη, στο άρθρο της, αναφερόμενη στην απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ σύμφωνα με την οποία η παραπομπή της Σοφίας Γιαννακά οφείλεται «σε συγκεκριμένες καταγγελίες και διαμαρτυρίες πολιτών» που αφορούσαν το συγκεκριμένο άρθρο, αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Πώς δηλαδή υπερασπίζεται η ΕΣΗΕΑ τον κλάδο της αν δεν έχει αντίληψη, αν δεν προστατεύει την ενυπόγραφη γνώμη, ιδίως στα χρόνια μας; Η δε ανακοίνωση με τις γενικότητες περί «διαμαρτυριών πολιτών» απέναντι στη Γιαννακά φέρνει στη μνήμη τον Τραμπάκουλα – που ενώ προσγειωνόταν πύραυλος δίπλα του, εκείνος έλεγε «Δεν ξέρω παιδάκι μ’. Εγώ έβοσκα τα πρόβατα».
Ας ξεκινήσουμε από το τέλος προς την αρχή. Μετά το τσουνάμι αντιδράσεων μιας αληθινά αξιοζήλευτης και καθόλου συνήθους ομοψυχίας (εκτός κοντόφθαλμων μικρόψυχων) και αυτοματισμού σύρραξης, αναφορικά με την παραπομπή της δημοσιογράφου Σοφίας Γιαννακά στο Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ για χρονογράφημά της σχετικό με τα Τέμπη, με τίτλο «Μαρία Καρυστιανού, μήπως το έχει παρακάνει». Πλέον, με εμφανή την προσπάθεια «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε», αίφνης διαβάζουμε επίσημη ανακοίνωση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που ενημερώνει ότι: «Η πειθαρχική παρέμβαση δεν οφείλεται σε πρωτοβουλία του ΠΠΣ, αλλά σε συγκεκριμένες καταγγελίες και διαμαρτυρίες πολιτών». Τι λέτε; Ξανά μανά γενικότητες… «Διαμαρτυρίες πολιτών»; Ξανά «κουκούλες»; Δηλαδή, έτσι απλά είναι τα πράγματα; Ετσι ανάλαφρα προστατεύεται η ελευθερία της επώνυμης καταγραμμένης γνώμης δημοσιογράφου; Επιτρέψτε μου, αλλά η ανακοίνωση, θλιβερά σαρδόνια μου φέρνει στη μνήμη τον Χάρρυ Κλυνν της γενιάς μου, με εκείνον τον τύπο που είχε δημιουργήσει-σκαρφιστεί, τον Τραμπάκουλα, που ενώ προσγειωνόταν πύραυλος δίπλα του, εκείνος, υποδυόμενος τον τάχα αγνό έλεγε «Δεν ξέρω παιδάκι μ’. Εγώ έβοσκα τα πρόβατα εδώ παραπέρα».
Τι ντροπή! Ετσι ανυποψίαστα-πονηρεμένα παραδίδεις βορά έναν επαγγελματία δημοσιογράφο, καθοδηγούμενος από ανώνυμους, υποδυόμενους τους αγανακτισμένους, για να κλείσεις το μάτι κατευναστικά με ένα «Η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, όπως πάντα συμβαίνει, δεν προδικάζει καταδικαστική απόφαση»; Τι μας λέτε; Στα χρόνια μας που τα «δικαστήρια» έχουν μεταφερθεί στις οθόνες κάθε είδους, και άντε να ξεμπερδέψεις… Τόσο πολύ το αγνοείτε αυτό; Τόσο «Τραμπάκουλας»;
Είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό πόσο δεν γίνεται αντιληπτή η δύναμη, σχεδόν ανδρεία, που χρειάζεται κάποιος για να αρθρογραφεί. Να καταθέτει τη γνώμη του με υπογραφή και αυτή να μένει στο διηνεκές. Στάσιμη, στάσιμη, ενώ όλα αλλάζουν σε δευτερόλεπτα τού δευτερολέπτου. Να γνωρίζει ότι ενώ κατέθεσε την άποψή του σε συγκεκριμένο χρόνο, μεγάλη υπόθεση ο χρόνος, θα του τη «χτυπάνε» σε όλους τους χρόνους. Ακόμα δραματικότερα, όταν η γνώμη είναι αντίθετη με τη φορά της κοινής γνώμης. Εκεί σε θέλω! Για παράδειγμα, εκείνο το δημοψήφισμα, ενός νεφελώδους «Οχι» εναντίον ενός εμπεριστατωμένου «Ναι», το θυμάμαι σαν τώρα, πάντα θα το θυμάμαι σαν τώρα… Για όσα δραματικά διεξήχθησαν, για όση διαπόμπευση λούστηκαν οι τού «Ναι», για το ότι στη συνέχεια οι ηττημένοι απατημένοι απλώς σιώπησαν, ως ό,τι έγινε να μην έγινε ποτέ, ωστόσο καιροφυλακτώντας εκδίκηση εσαεί και κρατώντας θυμούς!.. Αλλοι τους έφταιξαν, άλλοι έπρεπε να πληρώνουν. Συχνά γράφω κάτι που πιστεύω βαθιά. Δεν έχει σημασία αν συμφωνούμε ή όχι, το θέμα είναι να συνεννοούμαστε τη διαφωνία. Βαρέθηκα να παλεύω άναρθρες κραυγές, θρασείς, κομπλεξικούς. «Δεν διαβάζετε μόνο εσείς εμένα, διαβάζω και εγώ εσάς» επίσης λέω συχνά. Είναι μια εξαιρετική άσκηση.
Πώς άραγε υπερασπίζεται η ΕΣΗΕΑ τον κλάδο της αν δεν έχει αντίληψη, αν δεν προστατεύει με σεβασμό τη δύναμη που χρειάζεται η κατάθεση ενυπόγραφης γνώμης, ιδίως στα χρόνια μας; Μήπως υπάρχει απλώς για να υπάρχει, όπως τόσα και τόσα και τόσα… Εως και κόμματα; Και γι’ αυτό καταντήσαμε όπως καταντήσαμε; Εχω αφοσιωθεί στο χρονογράφημα από το 1987. Παλιοσειρά, με λες. Θυμάμαι εκείνα τα γράμματα των αναγνωστών. Πόσο διάβαζες πίσω από τις λέξεις τους την αγωνία πώς να σου απευθυνθούν. Τον σεβασμό. Ηταν κόπος. Να γράψουν, να βάλουν στον φάκελο το γράμμα, να κολλήσουν γραμματόσημο, να πάνε στο ταχυδρομείο, να περιμένουν. Μετά ήρθε το φαξ στη ζωή μας. Πάλι υπήρχε μια υγιής απόσταση. Διάβαζες σκέψη πριν από τη γραφή τους. Τώρα; Γυμνοί ημείς απέναντι σε ανώνυμους. Διαβάζεις τα αδιέξοδα της ζωής τους, είσαι ο σάκος τους. Ετοιμοπόλεμοι, μοχθηροί, μονίμως «πονηρεμένοι» πλην καταπίνοντες Τράγκες και Τράγκες ως «τους τα λένε τσουβαλάτα». Αυτοί έχουν τη δύναμη; Ετσι έχουν τα πράγματα, φίλε αναγνώστη. Βαθιά ευγνώμονες στους νοήμονες, στους μορφωμένους κοινωνικής παιδείας, παραλλήλως όμως, υπομένοντες πρόθυμους αγανάκτησης «αγανακτισμένους» και θλιβερούς/θλιβερές κουτοπόνηρους/κουτοπόνηρες άδειους ζωής… Συνεχίζουμε ακάθεκτοι! Να σας πω και μια αλήθεια; Ζήλεψα (γλυκά, τρυφερά ζήλεψα) την ομοψυχία που πάλεψε στο πλευρό της Σοφίας. Είτε συμφωνούσαμε είτε διαφωνούσαμε με το άρθρο της. Συνεννοηθήκαμε αξιέπαινα. ΥΓ. Διαφύλαξη δεν είναι «οι καταγγελίες των πολιτών» αλλά η κρίση επί των καταγγελιών των όποιων πολιτών. Η ορθή και αμερόληπτη κρίση λείπει.
Πηγή